Τετάρτη, 23 Φεβρουαρίου 2011

Αλέξανδρος Λαγκαδάς: Μνήμες από τον Ολυμπιακό στο μέτωπο του ελληνοϊταλικού πολέμου

Απόσπασμα από συνέντευξη με τον αείμνηστο μαχητή του ελληνοϊταλικού πολέμου Αλέξανδρο Λαγκαδά που δημοσιεύτηκε στην Άμυνα & Διπλωματία τον Οκτώβριο του 2005. Η 11άδα του Ολυμπιακού βρέθηκε στην πρώτη γραμμή των μαχών ενώ άλλοι περίμεναν την Κατοχή για να παίξουν φιλικά...

«Όταν συγκροτήθηκε το 1ο Σύνταγμα Πεζικού, ο Μεταξάς κάλεσε το διοικητή μας, αντισυνταγματάρχη Σινιώρη Αγησίλαο, ο οποίος προήχθη σε συνταγματάρχη στο Μέτωπο, και του λέει: «Άκουσε Σινιώρη, σου εμπιστεύομαι τους Αθηναίους. Πρόσεξε, θα τους τιμήσεις, αλλά δεν θα τους θυσιάσεις». Ο Σινιώρης ήταν ένας εξαίρετος αξιωματικός, όπως και όλοι οι αξιωματικοί μας. Είχαμε την τύχη αυτή, να βρισκόμαστε πλησίον ηρώων, εκτός της Επιμελητείας... Οι περισσότεροι εξ αυτών είχαν πολεμήσει στη Μικρά Ασία, ήταν δηλαδή έμπειροι και παλικάρια! Είχαμε ενωθεί. Εμείς φυσικά είχαμε την πίστη για την Ελλάδα, ωστόσο εκείνοι μας οδήγησαν στη δόξα. Ο Σινιώρης όμως, είχε μια μεγάλη αδυναμία. Ήταν Ολυμπιακός, σε σημείο που όταν άρχισε να καταρτίζει τις μονάδες, πήρε όλους ποδοσφαιριστές του Ολυμπιακού και την έβαλε στη διοίκηση του 1ου Συντάγματος Πεζικού.

Εγώ θυμάμαι τον Βάζο, ο οποίος ήταν σέντερ-φορ, μικροκαμωμένος και γρήγορος, μάλιστα ελεγόταν και κάποτε ότι μέσα στην αναμπουμπούλα στα κόρνερ, αυτός έβαζε γκολ με τον αγκώνα του, οι κακιές γλώσσες αυτά... Εν πάση περιπτώσει, αυτός ήταν ο σημαιοφόρος μας, προς τιμήν του Ολυμπιακού, διότι ο αρχηγός της ομάδος, κρατούσε τη σημαία του 1ου Συντάγματος Πεζικού. Μια σημαία είχαμε, με σημαιοφόρο τον Βάζο. Όταν κάναμε πορείες, πρώτος πήγαινε ο Βάζος και δίπλα ο Λαγκαδάς για πολλούς λόγους... Μεταξύ των άλλων, ήταν ο Μουράτης, (αν θυμάμαι καλά). Μάλιστα, όταν περνούσαμε τη Βέβη, κοντά στη Φλώρινα, να πάμε στην πρώτη γραμμή, όπου έπεφτε πολύ χιόνι, λέγαμε ρε παιδιά, να παίξουμε ένα ματς... Με βάλανε και μένα μέσα τότε και είχα την τιμή να παίξω ποδόσφαιρο με τους παίκτες του Ολυμπιακού...Κάναμε τώρα ένα ματς, αλλά δεν παίξαμε καλά, διότι είχε λάσπες κ.λπ. Την εποχή εκείνη οι αθλητές ήταν παλικάρια, ανιδιοτελείς. Μάλιστα, τα γήπεδα τότε δεν είχανε χόρτο, αλλά βοτσαλάκια και όταν έπεφταν κάτω τραυματιζόταν.

Είχαν μεγάλο ήθος αθλητισμού, ενώ οι φίλαθλοι ήταν αγνοί, με ενθουσιασμό και πάθος, όχι όπως σήμερα. Εν πάση περιπτώσει, οι παίκτες του Ολυμπιακού ήταν γενναίοι. Τότε, προτού του πολέμου είχε γίνει ένα ματς στη Θεσσαλονίκη μεταξύ Ολυμπιακού και Παναθηναϊκού. Τότε είχαν φύγει καράβια από τον Πειραιά, οι μαουνιέρηδες, όπως τους έλεγαν τότε. Και αν θυμάμαι είχανε νικήσει 8-2 τότε. Είχε βγει και τραγούδι: «Ολυμπιακέ – Ολυμπιακέ μεγάλε και τρανέ, που μας έφερες τη νίκη από τη Θεσσαλονίκη». Έτσι, λοιπόν, εμείς πολεμήσαμε παρέα με τον Ολυμπιακό...

Επίσης, ο Σινιώρης έκανε κάτι πολύ σοφό. Είχε τον Αλεξανδράκη στη διοίκηση, τον ζωγράφο, και είχε την ευφυΐα να τον αφήσει ελεύθερο...Τώρα, ένας στρατιώτης λιγότερος σε 3.000 στην πρώτη γραμμή δεν πειράζει. Καθότανε αυτός τότε σε μια γωνιά, με κρύο και ψείρες, και έκανε σκίτσα. Αυτά τα σκίτσα ήτανε η ζύμη για να κάνει τα έγχρωμα έργα τέχνης του ’40. Πιο απλά, Αλεξανδράκης, ένα σεμνό παιδί με λίγα λόγια, ήταν ο ζωγράφος του ’40, όπως η Βέμπο ήταν η τραγουδίστρια του ’40. Μαζί με αυτόν ήμουν».

Η μάχη του Τεκέ

«Φανταστείτε ότι στη μάχη του Τεκέ, είχαμε μόνο 50 οβίδες και δεν έπρεπε να αστοχήσουμε διότι χανόμασταν... Έπρεπε, όλες να πάνε στον στόχο. Ο Σινιώρης, λοιπόν, μας οδήγησε στη μάχη του Τεκέ. Οι αξιωματικοί μας, εξαιρετικοί, δεν μας θυσίαζαν, αλλά μας τοποθετούσαν σε σημεία όπου θα ήταν αποτελεσματική η επίθεσή μας. Το Μάρτιο του 1941, μας πληροφόρησαν Έλληνες της Αλβανίας, ότι μια μεγάλη μονάδα, από 800 Αλπινιστές, ήταν στην πλάτη μας. Αυτό αποτελούσε μια μαχαιριά στην πλάτη μας. Αποφασίζει τότε το Επιτελείο, το 1ο Σύνταγμα Πεζικού να εξουδετερώσει τη θανατηφόρο αυτή εστία. Προετοιμάζεται η επίθεση και το μαθαίνω κι εγώ. Εφαρμόστηκε το σχέδιο του Μιλτιάδη. Το Σύνταγμα είχε τρία Τάγματα και το Πυροβολικό. Εγώ βρισκόμουν στο 1ο Τάγμα, στον 1ο Λόχο, δηλαδή στην αιχμή της επιθέσεως. Ήταν στη μοίρα μου... Όπως στη Μάχη του Μαραθώνος, επετέθη το κέντρο, απησχόλησε τον εχθρό και ύστερα τον πλαγιοχτυπήσαμε. Δηλαδή, όπως ήταν τα βουνά, υπήρχε ένα ύψωμα κι εκεί ένα μοναστήρι (Τεκές), όπου εκεί είχανε τη βάση τους οι Ιταλοί.

Εκεί, λοιπόν, ο ταγματάρχης Κονταξής, διοικητής Πυροβολικού του 1ου Συντάγματος, μας έσωσε. Τρομερή ευθυβολία του Πυροβολικού. Ήθελε την οβίδα από το παράθυρο και σακάτεψε τους Ιταλούς, με αποτέλεσμα να περιοριστούν οι απώλειές μας. Με τις 50 προαναφερθείσες οβίδες, που εβλήθησαν από μικρά κανονάκια, έκαναν τρομερή ζημιά. Εμείς, δυστυχώς, είχαμε τις περισσότερες απώλειες διότι επιτιθέμεθα επί μετώπου, ωστόσο μετά τις πετυχημένες βολές του Πυροβολικού, κάπως κόπασε το αντίστοιχο της Ιταλίας. Να φανταστείτε ότι οι Ιταλοί τρόμαξαν όταν είδαν μετά τα κανονάκια μας, γιατί νόμιζαν ότι φέραμε τρομερή δύναμη πυρός. Σε μια στιγμή, ο ασύρματός μας έκανε μια υποκλοπή. Ήτανε το τελευταίο σήμα του Ιταλού διοικητή του Τεκέ, ο οποίος έλεγε στο στρατηγείο του: «Υφιστάμεθα λυσσώδη επίθεση των Ελλήνων. Αμύνονται και οι τραυματίες μας». Από τότε σίγησε και δεν ξαναμίλησε.

Ως εκ τούτου από τους 1.800 Αλπινιστές, τα επίλεκτα τμήματα της Ιταλίας, σκοτωθήκανε περίπου οι 400, είχανε 250 τραυματίες και υπόλοιποι πιάστηκαν αιχμάλωτοι. Εμείς, κοιτάξαμε πρώτα τους τραυματίες μας και τους μεταφέραμε σε ένα ορεινό χειρουργείο. Αξιοσημείωτο είναι ότι το δρομάκι που είχανε ανοίξει οι τραυματιοφορείς για να μεταφέρουνε τους τραυματίες στο χειρουργείο, ήτανε κόκκινο από το ελληνικό αίμα. Αφού, λοιπόν, μεταφέραμε τους δικούς μας, ύστερα μεταφέραμε και τους Ιταλούς τραυματίες. Μια λεπτομέρεια. Εγώ, έπιασα έναν Ιταλό, Αλπινιστή, αιχμάλωτο, ο οποίος είχε τρομοκρατηθεί. Δεν τον σημάδευα για να τον ενθαρρύνω, ωστόσο ήμουν πανέτοιμος σε περίπτωση που χρειαστεί και στο τέλος για να με συγκινήσει μου έδειξε το πορτοφόλι του, όπου είχε φωτογραφία της γυναίκας του και αναρωτιόμουν γιατί τα έκανε όλα αυτά.

Κοιτάξτε τώρα, στην αρχή των μαχών στην Πίνδο, πιάστηκε χέρια με χέρια στις βουνοκορφές στα βουνά –αν αληθεύει- ένας τσολιάς δικός μας με έναν Ιταλό. Λέγοταν τότε ότι ο τσολιάς δάγκωσε το αυτί του Ιταλού. Η ιταλική προπαγάνδα χρησιμοποίησε το περιστατικό αυτό –αληθές ή όχι δεν ξέρω- και παρότρυνε τους Ιταλούς να μην παραδοθούν διότι σε αντίθετη περίπτωση οι Έλληνες θα έτρωγαν τα αυτιά τους!.. Φαίνεται τώρα, πως αυτός ο φουκαράς πίστευε ότι εγώ ήμουν αυτός που έτρωγε τα αυτιά!»

Από βιογραφικό σημείωμα του Αλέξανδρου Λαγκαδά που βρίσκει κάποιος στα (συλλεκτικά πλέον) βιβλία του: Γεννήθηκε στην Αθήνα. Από παιδί γνώρισε τη θάλασσα στον Σαρωνικό και από τότε "δέθηκε" μαζί της. Φοίτησε στο Βαρβάκειο και μετά παρακολούθησε μαθήματα Αστρονομίας. Ασχολήθηκε με τα ουράνια σώματα, κάνοντας παρατηρήσεις μέσω του τηλεσκοπίου του, το οποίο τα μεγεθύνει κατά 360 φορές. Έχει συγγράψει τρία βιβλία αστρονομίας τα οποία στο σύνολό τους, θα μπορούσαν να θεωρηθούν ως "Τριλογία του Διαστήματος", ήτοι: α) "Άστρα και γαλαξίες", β) "Η μυθολογία των ιπτάμενων δίσκων", γ) Υπάρχει ζωή στο διάστημα;" Επίσης έχει συγγράψει την ιστορική αναδρομή "Πενήντα χρόνια προσφοράς στην ελληνική ιστιοπλοΐα". Ετιμήθη με τον πολεμικό σταυρό το 1940 καθώς και με χρυσά μετάλλια για αγώνες κωπηλασίας και ιστιοπλοΐας. Υπήρξε εκπαιδευτής κωπηλασίας στο Ναυτικό Όμιλο και κυβερνήτης ιστιοφόρων σε αγώνες ανοικτής θαλάσσης. Συνεργάστηκε με την Ελληνική Αστροναυτική Εταιρία και ήταν μέλος της Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών.

πηγή